Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.4.11

Ανάσταση με τους ποιητές



Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά• τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.

(ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄)

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο• τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.




Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις,
τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες -μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται
την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄ τις οβίδες.

Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου,
την αγαπημένη ή το παιδί σου.

Δε θα διστάσεις.
Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.

Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα
της αγάπης σου
να την ακούς να λέει τα όνειρα της για το μέλλον.

Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά
και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί
να σε κλείσουν φυλακή
για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου
με το δάχτυλο απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.

Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο
τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία,
τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
σα να γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.

Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό να μπορείς να σταθείς
μπροστά στα έξη ντουφέκια σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων
που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.



Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος τής μάντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη τού ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.

Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές τ'ξς πλατείας
από τις τρύπες τού πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες τού ορίζοντα.

ΚΑΛΉ ΑΝΆΣΤΑΣΗ !!!

5.12.10

50 Χρόνια από τον Επιτάφιο


Τέχνη και αριστερά : 50 Χρόνια από τον Επιτάφιο

Η συμπλήρωση 50 χρόνων από την κυκλοφορία του Επιταφίου,
σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δίνει
την ευκαιρία για μια σύντομη και μερική καλλιτεχνοπολιτική
ανασκόπηση της εποχής αυτής, που ανοίγει με την εντυπωσιακή
επιτυχία της ενιαίας Αριστεράς στις εκλογές του 1958, σε
πλήρη αντίθεση με την εξωφρενική πολυδιάσπασή της στις τωρινές
εκλογές για την Αυτοδιοίκηση.



ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η δεκαετία του '50 είναι ασφυκτική για την Αριστερά. Οι συνέπειες
της βαριάς ήττας του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο
1946-49 είναι πολλαπλές. Μέχρι το 1954 συνεχίζονται οι
πανηγυρικές εκτελέσεις κομμουνιστών, με γνωστότερες αυτές των
Μπελογιάννη-Πλουμπίδη. Όσοι από την αφρόκρεμα των αγωνιστών δεν
έπεσαν στα πεδία των μαχών και δεν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ,
βρίσκονται στις φυλακές, στις εξορίες μέσα κι έξω από την Ελλάδα,
ή στην παρανομία. Μπορεί τα όπλα να μην ήταν πια παραπόδα, όμως,
η καταδιωκόμενη Αριστερά ξεκίνησε πολύ γρήγορα την
ανασυγκρότησή της, όχι σαν αίρεση, αλλά σαν κίνημα λαού, σε όλα
τα επίπεδα. Η κατάσταση ήταν πάρα πολύ δύσκολη αν σκεφτεί κανείς
ότι οι Αμερικάνοι κυβερνούσαν τη χώρα με σιδηρά πυγμή διά των
προθύμων να τους υπηρετήσουν πολιτικών στους οποίους ανέθεταν
ρόλους, από τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο ώς τον Γεώργιο Παπανδρέου,
ελέγχοντας πλήρως τον στρατό, την αστυνομία-χωροφυλακή και το
δικαστικό σώμα. Επίσης, με τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ διαμόρφωναν
την άρχουσα οικονομική τάξη της χώρας, εξαρτημένη, μεταπρατική και
υποστηρικτική της πολιτικής κάστας στην οποία ανατέθηκε η
διακυβέρνηση της χώρας.Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν ήταν
μόνο οργανωτική. Οργανωτικά, οδήγησε στην έκπληξη του 1958,
όταν η ΕΔΑ, ουσιαστικά μετωπική οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ,
διευρυμένη από προοδευτικούς πολίτες του ευρύτερου δημοκρατικού
χώρου, απέσπασε το εντυπωσιακό 24,4% στις εκλογές, έβγαλε 79
βουλευτές και ανακηρύχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση!

ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς ήταν εξίσου πολιτισμική.
Μετά τον πόλεμο, σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας, είχε εκ
νέου αναπτυχθεί αυθόρμητα η λαϊκή κουλτούρα. Μέσα από τα
τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Μπακάλη, Παπαϊωάννου
κ.ά., εκφράζονταν τα λαϊκά στρώματα σε όλη την Ελλάδα.
Ο κατατρεγμός, η φτώχεια, οι διακρίσεις, η μετανάστευση,
ο έρωτας, η βιοπάλη, το περιθώριο, καταγράφονταν μέσα από
τα λαϊκά τραγούδια που στο σύνολό τους δίνουν την εναργέστερη
κοινωνική εικόνα της εποχής. Παράλληλα, αναπτύσσονταν οι
πολιτισμικές συνιστώσες της λόγιας παράδοσης και εισάγονταν
αφομοιώσιμα στοιχεία από την ανατολική και δυτική Ευρώπη και
την Αμερική, δημιουργώντας νέες συνθέσεις, νέα ρεύματα, νέες
τεχνοτροπίες και νέες συνισταμένες.
Στις δεκαετίες του '50 και του '60, ο ρόλος της Αριστεράς είναι
καθοριστικός, γιατί η Αριστερά είναι φορέας ιδεών ανατρεπτικών,
έχει ιδανικά, βρίσκεται σε συνεχή τριβή και αναζήτηση και είναι
δραστήρια και δημιουργική. Κινητοποιεί όχι μόνο την εργατική τάξη,
αλλά και όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και τα άτομα που αναζητούν
πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Η Αριστερά προσφέρει πρώτη ύλη,
αλλά και πρόθυμους αποδέκτες της καλλιτεχνικής και πνευματικής
παραγωγής.Στον τομέα του πολιτισμού, από τα πιο αξιοσημείωτα είναι
τρία εφαπτόμενα φαινόμενα που βάζουν τη σφραγίδα τους στην εποχή
της ανασυγκρότησης: α) Η μελοποίηση των ποιημάτων, β) ο γάμος της
λαϊκής τέχνης με την έντεχνη δημιουργία και γ) ο αρραβώνας των
αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών με τους σημαντικότερους
εκπροσώπους μιας υπό διαμόρφωση αστικής κουλτούρας. Και αυτά τα
φαινόμενα βρίσκουν την πληρέστερη και διαρκέστερη έκφρασή τους
-τρία σε ένα- μέσα από τον Επιτάφιο και τη μουσική που εν
συνεχεία καθιερώθηκε να την αποκαλούμε έντεχνο λαϊκό τραγούδι.



ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΔΕΞΙΟΙ ΨΑΛΤΕΣ

Το 1960, για τη δημιουργία του Επιταφίου συντελούν -με όρους πολιτικούς
- αριστεροί και δεξιοί «ψάλτες». Βασικοί πρωταγωνιστές ο Μίκης
Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος συνεπικουρούμενοι από τους
Μάνο Χατζιδάκι, Νάνα Μούσχουρη, Μανώλη Χιώτη, Γρηγόρη Μπιθικώτση
και Τάκη Β. Λαμπρόπουλο. Ο πρώτος Επιτάφιος ενορχηστρώνεται από
τον Χατζιδάκι και ερμηνεύεται από τη Μούσχουρη στο ύφος του
ελαφρού ευρωπαΐζοντος ελληνικού τραγουδιού. Το αποτέλεσμα δεν
φαίνεται να ικανοποιεί τον Θεοδωράκη και τον Λαμπρόπουλο,
διευθυντή της Κολούμπια και σπουδαίο παραγωγό. Έτσι, συμβαίνει
κάτι ασυνήθιστο για τη δισκογραφία που ανοίγεται πολύ επιλεκτικά
και προσεκτικά στο νέο για την Ελλάδα φορμάτ του δίσκου μακράς
διαρκείας. Μέσα σε λίγες βδομάδες το ίδιο έργο ηχογραφείται
ξανά με διαφορετική λογική και αισθητική, σε διαφορετική εταιρία
δίσκων. Οι δεύτερες εκτελέσεις καινούργιων τραγουδιών που
κυκλοφορούν σε δισκάκια 45 στροφών είναι ρουτίνα, αλλά στις
33 στροφές είναι τολμηρό. Ο δημιουργικός Λαμπρόπουλος το
πραγματοποιεί. Ο δεύτερος Επιτάφιος έχει διαφορετικό
καλλιτεχνικό σχήμα και προσανατολισμό.
Στη λαϊκή μουσική υπάρχει, με σημερινή γλώσσα, μια τεράστια
βάση δεδομένων από την οποία μπορεί κάποιος γνώστης με
ταλέντο να αντλήσει ανεξάντλητο υλικό για ανασύνθεση.
Ο Λαμπρόπουλος, σαν σκηνοθέτης, κάνει το κάστινγκ του νέου
εγχειρήματος και ζητάει από τον Χιώτη να αναλάβει τη μορφοποίηση
των μελωδιών του Θεοδωράκη με τη συνδρομή του Μπιθικώτση.
Ο Χιώτης δέχεται την πρόκληση και ο Μπιθικώτσης πείθεται χωρίς
να αντιλαμβάνεται ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Όπως έχει ομολογήσει,
ο συνθέτης του Τρελοκόριτσου αισθανόταν μάλλον άβολα με το είδος
αυτό του τραγουδιού, που ήταν διαφορετικό από το ρεπερτόριό του.
Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο Μπιθικώτσης ηχογραφεί, μεταξύ
άλλων, τη Φραγκοσυριανή του Μάρκου Βαμβακάρη με πολύ μεγάλη επιτυχία.
Το τελικό αποτέλεσμα του δεύτερου Επιτάφιου ικανοποιεί τον Θεοδωράκη
και τον Λαμπρόπουλο, η απήχησή του είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη
χατζιδακική εκδοχή και έτσι ξεκινάει ένα ολόκληρο κίνημα μουσικής
που γεννιέται από το πάντρεμα του λαϊκού στοιχείου με το λόγιο.
Αυτή η πρόσμειξη δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, αλλά έχει σημαντικά
καινούρια χαρακτηριστικά. Έχει προηγηθεί ο Χατζιδάκις με το
Γαρύφαλλο στ' αφτί ο οποίος ,μάλιστα, ταυτόχρονα με τον Επιτάφιο,
κάνει παγκόσμιο χιτ με τα Παιδιά του Πειραιά, αλλά εν γένει τα
κομμάτια του σκόπιμα απέχουν υφολογικά από τα λαϊκά τραγούδια της
εποχής. Ακόμα και οι διασκευές των ρεμπέτικων από τον Χατζιδάκι
είναι σε ορχηστρική μορφή και ξεφεύγουν από το λαϊκότροπο παίξιμο.



Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΧΙΩΤΗ

Ο Μίκης υιοθετεί πιο λαϊκές φόρμες, πιο κοντά στο κυρίαρχο είδος
του λαϊκού τραγουδιού της εποχής. Επειδή δε ο ίδιος έχει δυτική
μουσική παιδεία και δεν γνωρίζει καλά-καλά το ιδίωμα, αναλαμβάνει
ο Χιώτης την «προσαρμογή», ένας από τους πληρέστερους καλλιτέχνες
στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο Λαμπρόπουλος γνωρίζει
πολύ καλά ότι ο Χιώτης είναι ανοιχτών οριζόντων και ρηξικέλευθος,
έχοντας ήδη κάνει μία επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι,
αντικαθιστώντας το τρίχορδο μπουζούκι με το τετράχορδο,
εισάγοντας νέους ρυθμούς και εμφανιζόμενος όρθιος στην πίστα
αντί καθιστός -ως είθισται- στην καρέκλα του πάλκου.
Είναι εξαίρετος συνθέτης ρεμπέτικων, λαϊκών και ελαφρών
τραγουδιών και μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, με
δικό του ήχο και στυλ. Δηλαδή, ο καταλληλότερος μουσικός για
να μπορέσει ο Θεοδωράκης να βρει έναν καινούργιο δρόμο
εντάσσοντας τις θαυμάσιες μελωδίες του στο δημοφιλέστερο
είδος μουσικής το οποίο όμως δεν κατέχει. Ακούγοντας τις
εισαγωγές και τα σόλο του Χιώτη, στα πρώτα τραγούδια του
Θεοδωράκη, αντιλαμβάνεται κανείς το ρόλο του στη διαμόρφωση
του τελικού ακούσματος. Τα «λαϊκοποιεί» διατηρώντας την
«ελαφρότητα» που είναι πλησιέστερη στην αισθητική του Θεοδωράκη.
Στα τραγούδια του Μίκη, στους δίσκους Επιτάφιος, Αρχιπέλαγος,
Λιποτάκτες, Πολιτεία και στις πρώτες συναυλίες στο «Κεντρικόν»,
το 1961, ο Μανώλης Χιώτης βάζει τη σφραγίδα του προτού παραδώσει
τη σκυτάλη στο δίδυμο Κώστα Παπαδόπουλου-Λάκη Καρνέζη και στον
άλλο μεγάλο συνθέτη και βιρτουόζο Γιώργο Ζαμπέτα. Αλλά,
πολύ σημαντικός στη διαμόρφωση του νέου ήχου, χάρη στον
Λαμπρόπουλο, είναι και το μεγαθήριο της εποχής Στέλιος
Καζαντζίδης, που ερμηνεύει τραγούδια του Μίκη μαζί με την
παρτενέρ του Μαρινέλα, ενώ ο Χιώτης έχει κοντά του τη Μαίρη Λίντα.



ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη έχουν πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που δεν
συμβαίνει με τα τραγούδια του Χιώτη ή του Χατζιδάκι.
Ο Μίκης έχει ξεκινήσει συνθέτοντας για πιάνο και βιολί, αλλά η
κλασική ή κλασικίζουσα μουσική δεν βοηθάει την επικοινωνία με
πλατιά κοινωνικά στρώματα, ούτε τη διάδοση των πολιτικών ιδεών
της Αριστεράς. Ο δρόμος που στρώνει ο Λαμπρόπουλος με τον Χιώτη
και τον Μπιθικώτση είναι φαρδύτερος και διεισδυτικότερος. Και,
βέβαια, ο θαυμάσιος Ρίτσος προσφέρεται για λαϊκά τραγούδια γιατί
γράφει (και) απλά και κατανοητά.
Ο Μίκης έπεται του Χατζιδάκι και στη μελοποίηση ποιημάτων.
Στην μεταπολεμική Ελλάδα, η μελοποίηση των ποιημάτων ακολουθεί
το ρεύμα των Γάλλων τροβαδούρων, Λεό Φερέ, Μπρασένς κ.ά. που
μελοποιούν ποιήματα των Ρεμπό, Μποντλέρ, Βιγιόν, Απολινέρ,
Αραγκόν, Βερλέν κ.λπ. Εξάλλου, το έδαφος είναι πολύ πρόσφορο
γιατί υπάρχει πολύ μεγάλη και σημαντική εντόπια ποιητική παραγωγή.
Γι' αυτό, αρχής γενομένης, το πετυχημένο έργο του Θεοδωράκη με τον
Επιτάφιο και τα τραγούδια που ακολουθούν, ανοίγει τους ασκούς του
Αιόλου και το κυματάκι εξελίσσεται σε ρεύμα.

Έτσι, όχι μόνο μελοποιούνται δημοσιευμένα ποιήματα, αλλά ορισμένοι
ποιητές μπαίνοντας στο χορό γράφουν στίχους που προορίζονται εξ
αρχής για τραγούδια. Πρωτοστατούν οι ποιητές από την Αριστερά,
όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Γιάννης
Θεοδωράκης και ο Κώστας Βίρβος ο οποίος έχει ήδη σπουδαία
συμμετοχή στο λαϊκό τραγούδι. Δραπετσώνα, Καημός, Βράχο-βράχο,
Το Σαββατόβραδο κ.λπ. είναι τα τραγούδια που καθιερώνουν τον
Μίκη Θεοδωράκη και συμπαρασύρουν συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές
και εταιρίες σ' αυτή τη νέα λεωφόρο. Δεν είναι όλα τα τραγούδια
του σε λαϊκούς δρόμους, αλλά τα τραγούδια σε ζεϊμπέκικους και
χασάπικους ρυθμούς με μπουζούκια και μικρές λαϊκές ορχήστρες
δίνουν το χρώμα και το στίγμα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Ούτε όλοι οι συνθέτες και οι στιχουργοί/ποιητές προέρχονται
από την Αριστερά: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μανώλης
Αναγνωστάκης, Κώστας Βάρναλης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος
Εγγονόπουλος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος,
Μποστ, Γιάννης Νεγρεπόντης, Ιάκωβος Καμπανέλης, Ερρίκος Θαλασσινός,
Μιχάλης Κατσαρός, Νότης Περγιάλης, Άκος Δασκαλόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος,
Χρήστος Λεοντής, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Σπανός, Γιάννης Μαρκόπουλος,
Μάνος Λοΐζος, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Γλέζος, Νίκος Μαμαγκάκης,
Σταύρος Κουγιουμτζής, Λουκιανός Κηλαϊδόνης, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά.,
δημιουργούν το νέο ήχο του ελληνικού τραγουδιού που έχει τη βάση του
-λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με τον δημιουργό- στο κλασικό λαϊκό
τραγούδι και εξελίσσεται, παράλληλα, μ' αυτό μεταφέροντας τα ποιήματα
(ακόμα και του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, του Πάμπλο Νερούδα, του
Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι ή του Ναζίμ Χικμέτ) από σπίτι σε σπίτι.

Όλοι υιοθετούν τους λαϊκούς δρόμους, τις ενορχηστρώσεις, το ύφος,
αλλά και θέματα όπως η μετανάστευση και η φτώχεια που μόνο οι
λαϊκοί τραγουδοποιοί είχαν μέχρι τότε θίξει. Πάντως, σταδιακά,
αποκαθίσταται μια ισορροπία ανάμεσα στο λαϊκό ιδίωμα και την
μπαλάντα χωρίς ποτέ οι δημιουργοί του έντεχνου να πάψουν να
γράφουν λαϊκά τραγούδια, τουλάχιστον μέχρι το 1974, ασκώντας
με τη σειρά τους επιρροή και στους κλασικούς λαϊκούς συνθέτες,
όπως ο Απόστολος Καλδάρας και ο Άκης Πάνου.



ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΔΙΧΑΣΜΟ

Ενώ, λοιπόν, στη δεκαετία του '60, το πολιτικό κλίμα είναι βαρύ,
αριστεροί κόντρα σε δεξιούς ή δεξιοί κόντρα σε αριστερούς,
η πραγματικότητα στις τέχνες είναι διαφορετική. Στην Ελλάδα, το
ψυχροπολεμικό κλίμα είναι εν μέρει αληθινό, ως κατάλοιπο των
πληγών του εμφυλίου, και εν μέρει τεχνητό, ως αποτέλεσμα των
συστηματικών διώξεων κατά της Αριστεράς από την εξουσία και
της καλλιεργούμενης έντασης από το παρακράτος που απεργάζεται
το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την ανακοπή της
επιρροής της Αριστεράς στην πολιτική και τον πολιτισμό.
Σ' αυτή τη σκοπούμενη παράταση του εμφυλιοπολεμικού
διχασμού, αντιδρούν πολλοί καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι,
όπως φαίνεται πολύ ανάγλυφα από τα τεκταινόμενα στο ελληνικό
τραγούδι. Τα τραγούδια είναι σε πάρα πολλές περιπτώσεις
αποτέλεσμα συνεργασίας συντελεστών που δεν ανήκουν στο ίδιο
πολιτικό και ιδεολογικό στρατόπεδο. Συνθέτες, στιχουργοί,
ζωγράφοι και παραγωγοί, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης
και ιδεολογικών πεποιθήσεων, συνεργάζονται αρμονικά και φτιάχνουν
αριστουργήματα. Τους ενώνει, συχνά από διαφορετική σκοπιά, η
τάση και η επιθυμία να συνεχίσουν την προπολεμική προσπάθεια για
τη διαμόρφωση μιας εθνικής λαϊκής τέχνης με διεθνή χαρακτηριστικά,
έχοντας κατ' αρχήν συμφωνήσει ότι κοινή τους γλώσσα είναι η δημοτική,
ενώ στα σχολεία διδάσκεται αυστηρά η καθαρεύουσα και η νομοθεσία
και τα δημόσια έγγραφα είναι επίσης στην καθαρεύουσα. Συμφωνούν επίσης
στη σημασία της παράδοσης και χρησιμοποιούν σαν βάση το ρεμπέτικο και δη
το μεταπολεμικό λαϊκό, παρ' όλο που προβάλλονται επιφυλάξεις, ενστάσεις
έως και σοβαρές αντιρρήσεις που φτάνουν στην πλήρη άρνηση.

Μέσα από τα έντυπα της Αριστεράς, κυρίως την Επιθεώρηση Τέχνης,
γίνονται οξύτατες αντιπαραθέσεις, γιατί κάποιοι θεωρούν τους
λαϊκούς καλλιτέχνες λούμπεν και τη λαϊκή μουσική κακής ποιότητας.
Αντιδράσεις εκδηλώνονται και από μερικούς καταξιωμένους ποιητές που
στο πρώτο άκουσμα δυσκολεύονται να χωνέψουν το συνταίριαγμα των
βαθυστόχαστων και λυρικών ποιημάτων τους με τους ρυθμούς του
ζεϊμπέκικου και του χασάπικου και τους ήχους που παράγει το
μπουζούκι. Αλλά η απήχηση των μελοποιημένων ποιημάτων και η επιμονή
του Θεοδωράκη ο οποίος νιώθει ότι έχει βρει μια πλούσια φλέβα
χρυσού, επιδρούν καταλυτικά και σταδιακά αίρονται οι αισθητικές
ή πολιτικές επιφυλάξεις. Ομοίως, μέσα από τη συνεργασία και τη
ζύμωση νέων μορφών έκφρασης λειαίνεται ο εθνικός διχασμός.
Η βαθύτερη επιθυμία για μία τέχνη προσιτή στο λαό και ταυτόχρονα
σύγχρονη, προοδευτική, λόγια και ανοιχτή σε άλλες μορφές έκφρασης,
εκπληρώνεται συνδυαστικά.

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, της οικογένειας των πολυκαταστημάτων
Αφοι Λαμπρόπουλοι, στο σπίτι του οποίου είδα αναρτημένα στο
τοίχο τα πρωτότυπα ζωγραφικά έργα της Ρωμιοσύνης και του Άξιον
Εστί, και ο έτερος των καινοτόμων Αλέκος Πατσιφάς, ιδιοκτήτης
της ΛΥΡΑ, είναι αστοί που δεν έχουν ταμπού και προκαταλήψεις.
Αυτοί οι επιχειρηματίες δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον
για να ευδοκιμήσει το ελληνικό τραγούδι. Στη ΛΥΡΑ, σχεδόν
όλοι, από τον τον υπεύθυνο πωλήσεων και τους λογιστές ώς
τους παραγωγούς ανήκουν στον προοδευτικό χώρο. Θυμάμαι τον
Κώστα Ασωνίτη, υπεύθυνο της αποθήκης, που είχε πολλά χρόνια
φυλακής στην πλάτη του, αλλά και τον άτυπο υποδιευθυντή Τάκη
Τσίρο που την επομένη της 17ης Νοεμβρίου 1973, με κάλεσε κρυφά
στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, για να αφηγηθώ με γυρισμένη την
πλάτη σε τηλεοπτικό συνεργείο του BBC όσα είχαν διαδραματιστεί
κατά την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Στις τέχνες,
φωτισμένοι αστοί και αριστεροί πάλευαν από κοινού για τον πολιτισμό
που η μεταπρατική εξουσία αντιμετώπιζε με φόβο, απέχθεια και
διώξεις. Αριστεροί και δεξιοί καλλιτέχνες ένωναν τις δυνάμεις τους,
με βάσεις στη λαϊκή κουλτούρα και μεταφορές και υιοθεσίες από
τα σύγχρονα ρεύματα, όπως ο Κάρολος Κουν στο θέατρο, η Ραλλού
Μάνου στο χορό και ο Νίκος Κούνδουρος ή αργότερα ο Θόδωρος
Αγγελόπουλος στον κινηματογράφο. Πάμπολλοι ζωγράφοι, χαράκτες
και γραφίστες συμμετέχουν στη δισκογραφία φιλοτεχνώντας εξαίσια
τα εξώφυλλα δίσκων. Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Σπύρος
Βασιλείου, Δημήτρης Μυταράς, Γιώργος Σταθόπουλος, Βάσω Κατράκη,
Τάσσος, Μποστ, Μίνως Αργυράκης, Δημήτρης Αρβανίτης,
Αλέξης Κυριτσόπουλος κ.ά.

Είναι η εποχή που διανούμενοι και καλλιτέχνες, από ένα ευρύ
πολιτικό φάσμα, ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη δημιουργία
μιας κουλτούρας εθνικής, προοδευτικής, σύγχρονης και λαϊκής.
Στην ποίηση, τη μουσική, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το
χορό, το θέατρο, το σινεμά, σε όλα. Κουλτούρας που άφησε
σπουδαία κληροδοτήματα, αλλά τσαλαπατήθηκε από την
γραφειοκρατικοποίηση και τον κατακερματισμό της Αριστεράς,
και κυρίως από την ξενοδουλεία, την απληστία και τον ξεπεσμό
της κυρίαρχης Δεξιάς που υποτίμησε την παιδεία και τον πολιτισμό,
αλλά και της όψιμης σοσιαλδημοκρατίας που εξαγόρασε συνειδήσεις
και έδωσε τη χαριστική βολή.

Αυτά, εν αναμονή της επόμενης -μη εισέτι διαφαινόμενης-
πολιτιστικής επανάστασης την οποία, πριν απ' όλους,
χρειάζεται η ίδια η Αριστερά.


Του Στέλιου Ελληνιάδη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρόμος» , Σάββατο 13.11.2010

1.5.10

Καιρός να κλάψεις και να πονέσεις, καιρός να δεις



Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Ποίηση Νίκος Γκάτσος
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού




Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης





Μουσική / στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης, Μαρία Φαραντούρη
Από τα "Τραγούδια του Ανδρέα", 1968.


Σου είπαν ψέμματα πολλά,
ψέμματα σήμερα σου λένε ξανά
κι αύριο ψέμματα ξανά θα σου πουν,
ψέμματα σου λένε οι εχθροί σου
μα κι οι φίλοι σου, σου κρύβουν την αλήθεια.

Ψεύτικη δόξα σου τάζουν οι ψεύτες
μα κι οι φίλοι σου με ψεύτικες αλήθειες σε κοιμίζουν,
πού πας με ψεύτικα όνειρα;
πού πας με ψεύτικα όνειρα;

Καιρός να σταματήσεις,
καιρός να τραγουδήσεις,
καιρός να κλάψεις και να πονέσεις,
καιρός να δεις.



Στις δύσκολες στιγμές λυτρώνουν τα τραγούδια
γλυκά σε παίρνουν αγκαλιά σαν τη μαμά… Δ Θ